Πέμπτη, 27 Απριλίου 2017

Σκέψεις...

γράφει η Ναταλί Φουντουκάκη

Στο θέατρο κάθε ηθοποιός αναλαμβάνει το ρόλο του, με σκοπό να τον υποδυθεί όσο πιο πειστικά γίνεται. Πολλές φορές δε, λέγεται, ότι οι πολύ καλοί ηθοποιοί για να αποδώσουν την καλύτερη πιθανή ερμηνεία, υιοθετούν το χαρακτήρα για κάποιο διάστημα στην κανονική τους ζωή, στην καθημερινότητά τους, ώστε να μπορέσουν να τον καταλάβουν και να τον ερμηνεύσουν όσο πιο αυθεντικά μπορούν.
Και σκέφτομαι...μήπως και στην πραγματική ζωή δε γίνεται το ίδιο; Αναλαμβάνουμε ή μας ανατίθενται ρόλοι, που επιθυμούμε και προσπαθούμε να υποστηρίξουμε με επιτυχία, επειδή έτσι ικανοποιείται η ανάγκη μας του «ανήκειν» και το αίσθημα ότι αξίζουμε.
Ερχόμαστε στον κόσμο με έναν ξεκάθαρο και απλοϊκό, εκείνον του παιδιού και στη συνέχεια αποκτάμε όλο και πιο απαιτητικούς ρόλους...του εκπαιδευόμενου, του επαγγελματία, του πατέρα, της μάνας, του φίλου, του θείου, του νονού, του παππού, της γιαγιάς και άλλους πολλούς, με συγκεκριμένες απαιτήσεις και προσδοκίες. Αλλά το πιο αξιοθαύμαστο και αξιοπερίεργο στο θέατρο της ζωής είναι ότι τα «κουστούμια» τα φοράμε το ένα επάνω στο άλλο, με αποτέλεσμα κάποιες φορές αναπόφευκτα να μπερδεύουμε τους ρόλους μας και να μπερδεύουμε και τους «συμπρωταγωνιστές» μας, όπως κι εκείνοι με τη σειρά τους και για τον ίδιο λόγο, πιθανότατα να μας δημιουργούν  σύγχυση. Και όσο πιο καλά θέλουμε να ανταποκριθούμε, τόσο πιο σφιχτά κουμπώνουμε επάνω μας τα «κουστούμια» συμπεριφορών και πεποιθήσεων. Φυσικό και επόμενο είναι μέσα σε αυτό το χαοτικό, απρόβλεπτο μπουρλέσκ, να χάνουμε το γνήσιο εαυτό μας, να ξεχνάμε τι είναι αυτό που αληθινά ζητάμε, ποιος είναι ο προορισμός μας. Αν κάποιος μας ρωτήσει ποιοι είμαστε, συστηνόμαστε ως ήρωες των ρόλων που ενσαρκώνουμε. Ως γιατροί, δικηγόροι, δάσκαλοι, μηχανικοί, που μπορούν να είναι ταυτόχρονα τέκνα, αδέρφια και γονείς, βάζοντας διευκρινιστικές ταμπέλες στην ύπαρξή μας, που υποτίθεται ότι μας κάνουν πιο «ευανάγνωστους». Μάλλον το αντίθετο συμβαίνει...η κατηγοριοποίηση σαρώνει την ατομικότητά μας και το χειρότερο…μας κάνει να πιστεύουμε ότι είμαστε ίδιοι με κάποιους άλλους και ότι ζητάμε τα ίδια πράγματα! Απατηλή φαντασίωση, που απλά μάς βοηθά να συνεχίζουμε να υποδυόμαστε. Μα όσο πειστικά και να «παίζουμε» σε αυτή την τραγική φαρσοκωμωδία, όταν το κάθε «σενάριο» ολοκληρώνεται, η φορεσιά που το αντιπροσωπεύει αποσυντίθεται και μένουμε με τον αληθινό μας εαυτό, αφοπλιστικά γυμνό και εκτεθειμένο, με βλέμμα διερευνητικό, να μας ρωτά με αγωνία...«με γνωρίζεις..; είμαι εσύ!». Εκείνη την καθοριστική στιγμή της αυτογνωσίας, θα είναι τυχερός και σοφός εκείνος που δε θα ξαφνιαστεί, αλλά θα χαμογελάσει με οικειότητα στο μοναδικό γνήσιο σύντροφο και σύμμαχό του και θα απαντήσει, «σε γνωρίζω, ταξιδέψαμε παρέα, με βοήθησες να μη χαθώ...».